αἱματίζω

αἱμᾰτίζω,
A stain with blood,

αἱματίσαι πέδον γᾶς A.Supp.662

.
II of insects, draw blood, sting, Arist.HA532a13.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιματίζω — αἱματίζω (Α) [αἷμα] 1. κηλιδώνω, λερώνω με αίμα, ματώνω 2. (για έντομα) ρουφώ αίμα, τσιμπώ, κεντώ …   Dictionary of Greek

  • αἱματίζουσι — αἱματίζω stain with blood pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) αἱματίζω stain with blood pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱματίσαι — αἱματίζω stain with blood aor inf act αἱματίσαῑ , αἱματίζω stain with blood aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱματίζουσα — αἱματίζω stain with blood pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίμα — Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • εξαιματίζω — ἐξαιματίζω (Α) [αιματίζω] αφαιμάσσω, φλεβοτομώ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.